Η 15η Ιουλίου έχει καθιερωθεί από τα Ηνωμένα Έθνη ως η Παγκόσμια Ημέρα Νεανικών Δεξιοτήτων. Στόχος είναι να αναδειχθεί η σημασία της ανάπτυξης ποικίλων δεξιοτήτων στους νέους σε παγκόσμιο επίπεδο. Η προσπάθεια καταπολέμησης της φτώχειας, της ανεργίας και της υποαπασχόλησης των νέων ανθρώπων (1,2 δισ. νέοι ηλικίας 15-24 ετών είχαν τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες από τους ενήλικες να είναι άνεργοι) είναι ένα ιδιαίτερα σοβαρό πρόβλημα, που απασχολεί όλες τις χώρες του κόσμου. Ταυτόχρονα, η ανάγκη επίτευξης του στόχου της βιώσιμης ανάπτυξης καθιστά επιβεβλημένη την ενθάρρυνση και την εκπαίδευση του πιο δυναμικού κομματιού της κοινωνίας, ώστε να μπορέσει να διεκδικήσει με αξιώσεις τη θέση που του αξίζει στην αγορά εργασίας. 

Τις τελευταίες ημέρες παρατηρείται πρωτοφανής έξαρση κρουσμάτων COVID-19 σε παιδιά κάτω των 15 ετών στη χώρα μας. Αυτό συμβαίνει λόγω συνάθροισης παιδιών δημοτικού και γυμνασίου σε θερινές κατασκηνώσεις σε όλη την Ελλάδα. Μπορεί κανείς εύκολα να προβλέψει τι θα συμβεί το φθινόπωρο στις αίθουσες και στα αμφιθέατρα των σχολείων και των πανεπιστημίων.
Τα σχολεία και τα πανεπιστήμια πρέπει να ανοίξουν, να λειτουργήσουν κανονικά με μαθήματα διά ζώσης και να παραμείνουν ανοιχτά. Ευτυχώς οι εμβολιασμοί για άτομα άνω των 18 ετών είναι πλέον διαθέσιμοι στη χώρα μας εδώ και τρεις εβδομάδες, άρα η φοιτητιώσα νεολαία έχει τον απαραίτητο χρόνο να χτίσει ανοσία πριν από την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους.
Τα εμβόλια mRNA έχουν ελεγχθεί κλινικά ως ασφαλή και αποτελεσματικά στα παιδιά 12-17 ετών, έχουν αδειοδοτηθεί από τις ρυθμιστικές αρχές σε ΗΠΑ, Ιαπωνία, Καναδά, Ιταλία, Γερμανία, Βρετανία και έχουν ήδη χορηγηθεί σε εκατομμύρια δόσεις σε παιδιά 12-17 ετών.  Πάνω από 50 χώρες έχουν ήδη ξεκινήσει ή ξεκινούν τον εμβολιασμό των παιδιών τους. Είναι σημαντικό και στη χώρα μας να εμβολιαστούν αμέσως τα παιδιά 15-17 ετών και σύντομα –ει δυνατόν πριν από την έναρξη της σχολικής χρονιάς- και τα παιδιά από 12 έως 14 ετών. 
 
Στο μεταξύ, ο CDC, ο αμερικανικός ΕΟΔΥ, μόλις εξέδωσε οδηγίες για την πρόληψη της διασποράς COVID-19 σε σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Τα βασικά σημεία είναι τα παρακάτω:
• Οι μαθητές επωφελούνται από τη διά ζώσης μάθηση και η επιστροφή με ασφάλεια στη διά ζώσης διδασκαλία το φθινόπωρο του 2021 αποτελεί προτεραιότητα.
• Ο εμβολιασμός είναι επί του παρόντος η κορυφαία στρατηγική πρόληψης της δημόσιας υγείας για τον τερματισμό της πανδημίας COVID-19. Η προώθηση του εμβολιασμού μπορεί να βοηθήσει τα σχολεία να επιστρέψουν με ασφάλεια στη διά ζώσης μάθηση, καθώς και σε εξωσχολικές δραστηριότητες και αθλήματα.
• Οι μάσκες πρέπει να φοριούνται σε εσωτερικούς χώρους από όλα τα άτομα (ηλικίας 2 ετών και άνω) που δεν έχουν εμβολιαστεί πλήρως. Η συνεπής και σωστή χρήση μάσκας από άτομα που δεν έχουν πλήρως εμβολιαστεί είναι ιδιαίτερα σημαντική σε εσωτερικούς χώρους και εν γένει σε πολυσύχναστους χώρους, όταν η απαραίτητη φυσική απόσταση δεν μπορεί να διατηρηθεί.
• Ο CDC συνιστά στα σχολεία να εξασφαλίζουν τουλάχιστον ενός (1) μέτρου φυσική απόσταση μεταξύ μαθητών μέσα στην τάξη, σε συνδυασμό με μάσκα που θα φορούν άτομα που δεν έχουν εμβολιαστεί πλήρως, για να μειώσουν τον κίνδυνο μετάδοσης. Όταν δεν είναι δυνατή η διατήρηση φυσικής απόστασης τουλάχιστον ενός μέτρου, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να ληφθούν πολλά άλλα μέτρα πρόληψης, όπως οι υποχρεωτικές μάσκες για όλους σε όλους τους εσωτερικούς χώρους.
• Προσυμπτωματικοί έλεγχοι (screening), αερισμός, πλύσιμο χεριών και τήρηση πρωτοκόλλων αναπνευστικής υγιεινής, παραμονή στο σπίτι όταν ο/η μαθητής/τρια είναι άρρωστος/η και εξέταση για covid19, ανίχνευση επαφών σε συνδυασμό με καραντίνα και απομόνωση, και ο καθαρισμός και η απολύμανση είναι επίσης σημαντικές βαθμίδες πρόληψης για να διατηρηθούν τα σχολεία ασφαλή.
• Οι μαθητές, οι δάσκαλοι και το προσωπικό πρέπει να μείνουν στο σπίτι, όταν έχουν σημάδια μολυσματικής ασθένειας και να παραπεμφθούν στον πάροχο υγειονομικής περίθαλψης για έλεγχο και φροντίδα.
• Πολλά σχολεία εξυπηρετούν παιδιά κάτω των 12 ετών που δεν είναι επιλέξιμα για εμβολιασμό αυτήν τη στιγμή (σημ. αναφέρεται στις ΗΠΑ). Ως εκ τούτου, οι παρούσες οδηγίες δίνουν έμφαση στην εφαρμογή μέτρων πρόληψης πολλαπλών επιπέδων για την προστασία ατόμων που δεν έχουν εμβολιαστεί πλήρως, συμπεριλαμβανομένων μαθητών, δασκάλων, προσωπικού και άλλων μελών των νοικοκυριών τους.
• Τα μέτρα πρόληψης COVID-19 παραμένουν κρίσιμα για την προστασία ατόμων, συμπεριλαμβανομένων μαθητών, δασκάλων και προσωπικού, που δεν έχουν εμβολιαστεί πλήρως, ειδικά σε περιοχές με μέτρια έως υψηλά επίπεδα μετάδοσης στην κοινότητα.
• Οι τοπικές υγειονομικές αρχές πρέπει να παρακολουθούν τη μετάδοση στην κοινότητα, τα ποσοστά εμβολιασμένων και τον ρυθμό εμβολιασμού, τα τεστ προσυμπτωματικού ελέγχου και την εμφάνιση εστιών, ώστε να καθοδηγήσουν τις αποφάσεις σχετικά με τη διαβάθμιση των μέτρων πρόληψης (π.χ. φυσική απόσταση, δοκιμές ελέγχου).
 
Όπως λοιπόν έχουμε ξαναγράψει, η διατήρηση της διά ζώσης σχολικής διαδικασίας πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα κάθε σοβαρού κράτους, ακόμα και σε περιπτώσεις πανδημίας. Τα οφέλη από τη διατήρηση ανοιχτών σχολείων επιβεβαιώνεται ότι είναι περισσότερα από τους κινδύνους. Καθώς περνάει ο καιρός και δεν φαίνεται η ανθρωπότητα να απαλλάσσεται από τον COVID-19 σύντομα, το κοινωνικό κόστος για μία κοινότητα που διατηρεί τα σχολεία της κλειστά θα μεγεθύνεται συνεχώς. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η UNICEF, ο ΠΟΥ και άλλοι διεθνείς οργανισμοί συστήνουν να καταβάλλεται η μέγιστη δυνατή προσπάθεια για να αποφεύγεται το μαζικό κλείσιμο των σχολείων λόγω κορωνοϊού. Με δεδομένο ότι ο εμβολιασμός είναι το κυριότερο όπλο της ανθρωπότητας κατά του covid-19, εφόσον έχει κριθεί ασφαλές από τους αρμόδιους ελεγκτικούς μηχανισμούς, οι εμβολιασμοί των εφήβων και των παιδιών πρέπει να ξεκινήσουν αμέσως και στη χώρα μας.
 

Η χώρα αναδεικνύεται σταθερά ουραγός ως προς την ανταγωνιστικότητα στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Αυτό δεν ενοχλεί, ως φαίνεται, τις συνδικαλιστικές ηγεσίες, που υπεραμύνονται των προνομίων των δημόσιων υπαλλήλων αδιαφορώντας για τους απασχολούμενους στον ιδιωτικό τομέα, για τους ανέργους, για όσους αντιμετωπίζουν το φάσμα της πείνας.
Στο πλαίσιο αυτής της αντικοινωνικής πολιτικής η ηγεσία της ΟΛΜΕ (ΔΑΚίτες, Συριζαίοι και πασόκοι) σε αγαστή συμφωνία, πέρα από ιδεολογικές αντιθέσεις, αντιτάχθηκε σθεναρά στις εξετάσεις επιλογής μαθητών για τα πρότυπα σχολεία.

Γράφει ο Γιώργος Μπάρμπας.barbas
τ. επίκουρος καθηγητής ειδικής εκπαίδευσης
στο Τμήμα Επιστημών Προσχολικής Αγωγής και Εκπαίδευσης του Α.Π.Θ.

Είναι όντως η παπαγαλία ένα από τα σοβαρά προβλήματα του ελληνικού σχολείου; Σήμερα από τους περισσότερους, σ’ όποια πλευρά και σ’ όποιο πόστο κι αν ανήκουν στην εκπαίδευση, θεωρείται αυτονόητο, θεωρείται ως μια από τις μεγαλύτερες μάστιγες του ελληνικού σχολείου. Η οποία βέβαια μένει στην καταγγελία της. Στο διά ταύτα, καμία απάντηση. Και είναι τόσο αυτονόητο στη σκέψη όλων, που δεν έχουν την ανάγκη να το ψάξουν. Ένα τέτοιο ερώτημα θεωρείται αιρετικό. Κι όμως νομίζω ότι όχι μόνο δεν είναι, αλλά η διερεύνησή του αποκαλύπτει πολλά από την ουσία των προβλημάτων του σχολείου, τα οποία δεν θέλουμε ή δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα όπως τα ζούμε στην πραγματικότητα της μαθησιακής διαδικασίας στο σχολείο. Για να συνεννοηθούμε, ας δοκιμάσουμε κατ’ αρχάς να οριοθετήσουμε τι εννοούμε όταν λέμε παπαγαλία. Εννοούμε τη «μηχανιστική μάθηση», δηλαδή την απομνημόνευση πληροφοριών τις οποίες δεν έχουμε -σχεδόν ή πλήρως- κατανοήσει. Δηλαδή, προφανώς δεν μιλάμε για γνώση, μιας και η γνώση δεν ταυτίζεται με την απομνημόνευση πληροφοριών πολύ περισσότερο πληροφοριών που δεν έχουμε κατανοήσει.
Στη μαθησιακή διαδικασία στην τάξη συναντούμε αυτό το στοιχείο στη διδασκαλία. Για παράδειγμα τα παιδιά στις μικρές τάξεις του δημοτικού διδάσκονται σε αρκετές περιπτώσεις την προπαίδεια ως ένα ποιηματάκι που πρέπει να μάθουν απ’ έξω. Λένε την προπαίδεια του 7, δίχως να καταλαβαίνουν ή να μαθαίνουν να υπολογίζουν γιατί 6 – 7 είναι σαράντα δύο. Δεν έχουν την αίσθηση του μεγέθους αυτού του αποτελέσματος. Κι έτσι μπορεί να τους βγει κάποια φορά αντί για το σαράντα δύο κάτι άλλο που θα τελειώνει σε «δύο» μιας και κάνει πάλι την ίδια ομοιοκαταληξία. Αυτή είναι η περίπτωση που η ίδια η διδασκαλία βασίζεται όχι στο νόημα αλλά σε μηχανιστικές τακτικές, δηλαδή διδάσκει την παπαγαλία. Αυτές οι περιπτώσεις είναι οι λιγότερες και ίσως ελάχιστες στη διδασκαλία, αν πάρουμε τη διαδρομή του μαθητή από το νηπιαγωγείο μέχρι την Γ’ Λυκείου. Είναι επίσης αποσπασματικές. Δηλαδή δεν θα συναντήσουμε εύκολα έναν εκπαιδευτικό που συστηματικά, στο σύνολο της ύλης που διδάσκει, χρησιμοποιεί μηχανιστικές τακτικές.
Ο κανόνας είναι άλλος. Ο διδάσκων επιχειρεί στη διδασκαλία του να εξηγήσει τις έννοιες που διδάσκει, τις πληροφορίες δηλαδή που αποτελούν γι’ αυτόν τη διδακτέα ύλη. Να εξηγήσει έννοιες, ορισμούς, κανόνες, τύπους, αλληλουχία γεγονότων και ιστορικών πληροφοριών, τη φύση των φυσικών ή χημικών φαινομένων. Κι αυτό το επιχειρούν οι περισσότεροι με πολλή προσπάθεια, με προετοιμασία, άλλοι με χρήση βοηθητικών μέσων (νέα τεχνολογία), παραδειγμάτων, κλπ. Αυτός είναι ο συντριπτικός κανόνας. Ο εκπαιδευτικός επιδιώκει να καταλάβουν οι μαθητές του αυτό που τους παρουσιάζει.
Και ποιο είναι το αποτέλεσμα; Πολλοί μαθητές, ιδιαίτερα στα δύσκολα ζητήματα ή σ’ αυτά που δεν προσέχουν γιατί δεν τους ενδιαφέρουν, δεν φτάνουν στην κατανόηση που επιδιώκει ο εκπαιδευτικός. Ή αποκτούν μια πρώτη επαφή με τις καινούριες πληροφορίες, που όμως δεν είναι ικανή για να τις κατανοήσουν σε επαρκή βαθμό. Και τι κάνουν; Όσοι θέλουν να έχουν μια στοιχειώδη τουλάχιστον θετική ανταπόκριση στο μάθημα για να εισπράξουν και μια ανάλογη βαθμολογία, καταφεύγουν στη μηχανιστική απομνημόνευση αυτών των πληροφοριών. Το αποτέλεσμα ίδιο ή σχεδόν ίδιο με την πρώτη περίπτωση αλλά το μαθησιακό φαινόμενο πολύ διαφορετικό.
Στην πρώτη περίπτωση η παπαγαλία αποτελεί συστατικό της διδακτικής του εκπαιδευτικού. Αυτή η διδακτική δεν υποστηρίζεται από καμία μαθησιακή θεωρία. Περισσότερο παραπέμπει σε άγνοια της διδακτικής, σε άνθρωπο που θα μπορούσε να βρίσκεται μέσα στην τάξη ακόμα και χωρίς να περάσει από καμία παιδαγωγική εκπαίδευση. Αυτοί οι εκπαιδευτικοί είναι ευτυχώς ελάχιστοι και οι πρακτικές τους εξαίρεση.
Στη δεύτερη περίπτωση διαπιστώνουμε μια ασυμβατότητα ανάμεσα στην προσπάθεια του εκπαιδευτικού και στο μαθησιακό αποτέλεσμα. Ασυμβατότητα που συνήθως αναγνωρίζεται από τον διδάσκοντα, αλλά δεν εξηγείται ή εξηγείται με εξω-μαθησιακά αίτια. Κι αυτό, γιατί δεν είναι σε θέση ή δεν θέλει να μελετήσει το τι συμβαίνει μέσα στην ίδια τη μαθησιακή διαδικασία.
Ο εκπαιδευτικός θεωρεί ότι διδάσκει την προβλεπόμενη γνώση, ενώ στην πραγματικότητα μεταφέρει πληροφορίες στους μαθητές. Δεν ξέρει ή δεν μπορεί να διακρίνει ανάμεσα στη γνώση και στην πληροφορία. Συνήθως δεν γνωρίζει ότι η πληροφορία είναι ένα αναγκαίο συστατικό της γνώσης, αλλά δεν είναι γνώση. Η παρουσίαση ενός ορισμού, ενός κανόνα, μιας περιγραφής ενός φαινομένου (ιστορικού, γλωσσικού, φυσικού, μαθηματικού) είναι παρουσίαση πληροφοριών. Η γνώση έχει ως βασικό της συστατικό τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο χρησιμοποιεί τις πληροφορίες. Η γνώση συγκροτείται μέσα σε σχήματα στη σκέψη μας που περιέχουν, βεβαίως, όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες που αφορούν σε μια έννοια ή κατάσταση, όλες τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά τους αλλά οπωσδήποτε και κανόνες χρήσης αυτών των πληροφοριών. Δίχως αυτούς, τα νοερά σχήματα δεν είναι γνώση. Και αυτοί οι κανόνες χρήσης δεν είναι οι κανόνες που γράφουν τα βιβλία αλλά οι κανόνες που φτιάχνει το μυαλό μας, καθώς προσπαθεί να βρει αποτελεσματικούς τρόπους χρήσης των πληροφοριών που διαθέτει για να απαντήσει στα ερωτήματα που τίθενται.
Όπως μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτό, η γνώση οικοδομείται από τον άνθρωπο τον ίδιο. Δεν μεταφέρεται. Δεν γίνεται να μεταφερθεί. Η πληροφορία μεταφέρεται. Η σύγχυση μεταξύ πληροφορίας και γνώσης και η άγνοια της πραγματικής διαδικασίας οικοδόμησής της οδηγεί τον εκπαιδευτικό να ρίχνει όλο το βάρος και την προσοχή του στο πώς θα μεταφέρει στον μαθητή τη διδασκόμενη «γνώση». Η οικοδόμηση της γνώσης από το ίδιο το υποκείμενο που θέλει να μάθει, περιγράφεται στις σύγχρονες θεωρίες του εποικοδομητισμού. Και ενώ η ίδια αυτή θεωρία είναι ουσιαστικά έξω από τη λογική των εκπαιδευτικών και της διδασκαλίας τους, ο Πιαζέ, «πατέρας» αυτής της θεωρίας, είναι ιδιαίτερα δημοφιλής μέσα στον εκπαιδευτικό χώρο. Γιατί άραγε;
Το βασικό, λοιπόν, πρόβλημα που οδηγεί σε αποτυχία τη σχολική διαδικασία μάθησης είναι ακριβώς αυτός ο χαρακτήρας της. Ένας πομπός πληροφοριών (ο διδάσκων) και οι δέκτες των πληροφοριών (οι μαθητές) σε ρόλο παθητικού ακροατή ή θεατή αυτής της διαδικασίας. Αλλά δεν χτίζονται έτσι κανόνες χρήσης των πληροφοριών που οδηγούν στη γνώση. Ούτε βέβαια αναπτύσσονται κριτική σκέψη και στρατηγικές. Αυτά απαιτούν άλλους ρόλους και άλλες διαδικασίες. Απαιτούν τον μαθητή σε ενεργητική εμπλοκή στην επίλυση προβλημάτων. Μέσα από καταστάσεις που εγείρουν ερωτήματα, για τα οποία δεν υπάρχουν έτοιμες ή αυτονόητες απαντήσεις, μέσα από καταστάσεις που για να διατυπωθεί ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα απαιτείται επεξεργασία των δεδομένων της κατάστασης και των μεταξύ τους σχέσεων, μέσα από τέτοιες καταστάσεις που οι μαθητές καλούνται να επεξεργαστούν ατομικά και συλλογικά, θα αποσαφηνιστούν στο μυαλό των μαθητών οι ίδιες οι πληροφορίες, τα χαρακτηριστικά και οι ιδιότητές τους. Θα προκύψουν οι κανόνες χρήσης των πληροφοριών που είναι αναγκαίοι για να απαντηθούν τα ερωτήματα. Μέσα από αυτή τη διαδικασία οι μαθητές θα εξελίξουν τους τρόπους και τις μεθόδους επεξεργασίας των προβλημάτων, θα αναπτύξουν στρατηγικές επίλυσης και διά μέσου αυτών θα εξελίξουν τους τρόπους σκέψης τους.
Δουλειά του εκπαιδευτικού είναι να υποστηρίξει αυτή τη διαδικασία. Να υποστηρίξει τους μαθητές ακριβώς εκεί που έχουν αδυναμία, δηλαδή στην αποτελεσματικότητα των μεθόδων επεξεργασίας, στην αποτελεσματικότητα των στρατηγικών που χρησιμοποιούν. Και καθώς διαμορφώνονται οι πρώτοι εμπειρικοί κανόνες χρήσης, να υποστηρίξει (πάντα ανάλογα με την ηλικία των μαθητών) την εξέλιξη αυτών των εμπειρικών κανόνων στην κατεύθυνση των πιο ασφαλών επιστημονικών κανόνων χρήσης. Αυτή η διαδικασία είναι μια διαδικασία που μπορεί να έχει νόημα για τον μαθητή. Γιατί έχει ως αφετηρία τις δικές του εμπειρίες και ικανότητες, τον ενεργοποιεί μέσα σε προβλήματα που έχουν άμεσα ή έμμεσα σχέση με τη ζωή του, με τη ζωή της κοινωνίας που ζει. Αυτή η διαδικασία χτίζει ικανότητες όχι μόνο για τη σχολική μάθηση αλλά και για τη μελλοντική ζωή του νέου ανθρώπου. Αλλά αυτή τη διδακτική ο εκπαιδευτικός στο ελληνικό σχολείο δεν ξέρει να την υλοποιήσει. Δεν αναγνωρίζει καν την αναγκαιότητά της.
Αυτή η διδακτική θα μπορούσε να απαντήσει και στην αδιαφορία των μαθητών, στα αρνητικά τους κίνητρα για τη σχολική μάθηση. Πόσο δύσκολο είναι να καταλάβουμε –μέσα κι από τις δικές μας προσωπικές εμπειρίες όταν ήμασταν μαθητές- πόσο κουραστικό και συχνά βαρετό κι αδιάφορο είναι να βρίσκεσαι στη θέση του παθητικού θεατή ή ακροατή της παράδοσης του μαθήματος; Και ενώ αυτή η πραγματικότητα έχει αναγνωριστεί από τα περισσότερα εκπαιδευτικά συστήματα στην Ευρώπη και διεθνώς, ενώ εδώ και 50 χρόνια επιχειρείται εκεί μια –δύσκολη ομολογουμένως- στροφή της εκπαίδευσης από την «γνώση - πληροφορία» στη «γνώση - δεξιότητα» με βασικό όχημα σε όλα τα μαθήματα την επεξεργασία προβλημάτων που σχετίζονται με την κοινωνική και φυσική πραγματικότητα, εμείς εδώ είμαστε σταθερά εκτός θέματος. Βγάζουμε κορώνες για την παπαγαλία, χτυπάμε το σαμάρι, αδυνατώντας ή απωθώντας την ιδέα της πραγματικότητας κάτω από το σαμάρι που είμαστε εμείς οι ίδιοι. Γιατί εμείς, οι εκπαιδευτικοί, είμαστε αδύναμοι ή ανίκανοι να υλοποιήσουμε μια άλλη διδακτική και παιδαγωγική διαδικασία πέρα από την παρουσίαση των πληροφοριών. Γιατί κανείς δεν μας έμαθε ή δεν μας έβαλε πρακτικά σ’ αυτόν τον δρόμο. Δηλαδή, για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, δεν μας έβαλε το πανεπιστήμιο που σπουδάσαμε. Γιατί και στη συνέχεια κανένα υπουργείο και Παιδαγωγικό Ινστιτούτο δεν αναγνώρισε διαχρονικά αυτό το πρόβλημα. Γιατί ούτε οι παιδαγωγικοί καθοδηγητές (σχολικοί σύμβουλοι, νυν συντονιστές παιδαγωγικού έργου) πήραν κάποια σχετική πρωτοβουλία. Ο δρόμος απ’ ό,τι φαίνεται είναι πολύ μακρύς. Ακόμα δεν έχουμε αναγνωρίσει το πρόβλημα. Στο μεταξύ ζούμε το ρίξιμο του καραβιού στα βράχια. Χωρίς επίγνωση, χωρίς ευθύνη για τα θύματα.

(Πρώτη δημοσίευση στο alfavita.gr)

 

Το ότι έχουν αρχίσει να ακούγονται φωνές στην Ελλάδα που αμφισβητούν εθνικούς της μύθους που κανείς δεν έχει τολμήσει να θίξει, σημαίνει ότι αυτή η χώρα έχει ανακτήσει τη σχέση της με την κριτική σκέψη, την οποία αυτή πρώτη εισήγαγε στην αρχαιότητα, αλλά μετά ενέσκηψαν αυτοκρατορίες, πατριαρχίες και δεσποτείες (βυζαντινές και οθωμανικές), που την ισοπέδωσαν.

Από την εθνική επανάσταση και μετά, εδώ και 200 χρόνια, καλλιεργήθηκαν μια σειρά μύθοι που εξυπηρετούσαν σκοπιμότητες οι οποίες σήμερα όχι μόνο είναι αχρείαστες αλλά αποτελούν εμπόδιο στην κατανόηση της ιστορίας μας, στη σχέση μας με το παρόν και στη χάραξη της πορείας μας στο μέλλον. Όσοι συνεχίζουν να καρπώνονται οφέλη από αυτές τις σκοπιμότητες, κάνουν τα πάντα να εμποδίσουν την κριτική τους ως βλάσφημη, προδοτική και ξενόδουλη. Είναι οι ίδιοι που επιτίθενται στον διαφωτισμό, στον οποίο βασίστηκε η αναγέννηση της κριτικής σκέψης, ξαναπιάνοντας το νήμα του αρχαιο-ελληνικού πνεύματος που διακόπηκε από τον σκοταδισμό. Κραδαίνοντας τη σημαία του χριστεπώνυμου έθνους και με την απειλή του αφορισμού και του προδοτικού αναθέματος, έχουν προσπαθήσει να επιβάλουν τους μύθους τους όλα αυτά τα χρόνια.

Φαίνεται, όμως, ότι η ισχύς των δυνάμεων του σκοταδισμού στη χώρα μας έχει αρχίσει να εξασθενεί. Αυτό δείχνουν όλες αυτές οι φωνές που ακούγονται, αμφισβητώντας ανοιχτά τούς εθνικούς μύθους.

Ξεκινούν από την ίδια την εθνική επανάσταση που ΔΕΝ ξεκίνησε από την Αγία Λαύρα και ΔΕΝ πρωτοστάτησε κανείς Παλαιών Πατρών, ενώ ο ηρωισμός των επαναστατών ΔΕΝ ήταν πάντα άδολος, αφού και κατέσφαξαν την Τριπολιτσά και «σφάχτηκαν» μεταξύ τους, για να τους σώσουν την τελευταία στιγμή οι ξένοι.
Αμφισβητούν μορφές σαν του Βενιζέλου που ΔΕΝ ήταν ακριβώς πολιτική διάνοια, αφού έκανε το τραγικό λάθος της μικρασιατικής εκστρατείας, που ΔΕΝ ήταν δικαιολογημένη, αφού εισέβαλε σε τουρκικά εδάφη διεξάγοντας καθαρά επιθετικό πόλεμο, τον οποίο ΔΕΝ παραδέχονται μέχρι σήμερα οι Έλληνες (μια ζωή θύματα) και ΔΕΝ αναφέρεται σε κανένα βιβλίο ελληνικής ιστορίας.
Απογαλακτίζονται από την αριστερή παράδοση και ανασύρουν το πέπλο των πολιτικών (και όχι μόνο) εγκλημάτων του «ηρωικού ΚΚΕ» που συμμετείχε σε έναν αιματηρό εμφύλιο, τον οποίο ευτυχώς έχασε γιατί θα τρώγαμε σιδηρούν παραπέτασμα που θα το θυμόμασταν μια ζωή.
Βλέπουν ψύχραιμα την πονεμένη ιστορία της Μεγαλονήσου για να διακρίνουν και τις ευθύνες των Ελληνοκυπρίων στη διαίρεση του νησιού, την οποία ΔΕΝ προκάλεσαν αναγκαστικά οι Τουρκοκύπριοι.
Δίνουν κριτική υποστήριξη στον Τσίπρα για το μακεδονικό και ΔΕΝ στρατεύονται σε ένα άκριτο αντισυριζέικο μέτωπο, που κατέβηκε στον δρόμο με τους περικεφαλαιοφόρους μακεδονομάχους.
Δεν φοβούνται να αναγνωρίσουν την ύπαρξη τουρκικής μειονότητας ανάμεσα στους μουσουλμάνους της Θράκης (μαζί με τους Πομάκους και τους Ρομά), και θα υποστηρίξουν κριτικά τον Μητσοτάκη όταν έρθει και η δική του ώρα για συμβιβασμό στα ελληνο-τουρκικά (όπως έκανε ο Τσίπρας στο μακεδονικό).

Η κριτική σκέψη ανοίγει το δρόμο της χώρας στο μέλλον. Μπορεί να την τολμούν λίγοι στην αρχή, αλλά θα γίνονται όλο και πιο πολλοί. Επενδύστε σε αυτή!

 

google news iconΤο Social-Lib είναι εγκεκριμένος εκδότης στην υπηρεσία Google News. Ακολουθήστε μας για να έχετε άμεση ενημέρωση και πρόσβαση στην αρθρογραφία: Social-Lib.gr - Google News .

Έγραψαν Πρόσφατα

Κοινωνικός Φιλελευθερισμός

Το Social.lib είναι ένας δικτυακός τόπος συζήτησης και ανάδειξης των καθημερινών οικονομικών, κοινωνικών, πολιτισμικών και πολιτικών ζητημάτων υπό το πρίσμα του Κοινωνικού Φιλελευθερισμού.